Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Το σαπούνι της Ελιάς σύμβολο της αρχοντιάς

κείμενο: Ελένη Α. Παπαδοπούλου | φωτογραφίες: Ελένη Α. Παπαδοπούλου

Δοκιμασμένο στα κύματα των χιλιετηρίδων, ταυτόσημο με την αρχοντιά της καθαριότητας, επέστρεψε στη ζωή μας απ' την ωραία πύλη της νοσταλγίας, τα οικολογικά μονοπάτια και την στενωπό της κρίσης.

Τι κι αν γεμίζουν ακόμα τα ράφια με τα χημικά καθαριστικά της βιομηχανίας. Το σαπούνι της ελιάς κερδίζει βήμα-βήμα την παλιά του αίγλη, με εκατοντάδες μικρούς παραγωγούς στη χώρα και την επιστροφή στην κατ’ οίκον παρασκευή. Λυπηρό είναι το γεγονός ότι στο εξωτερικό απολαμβάνει πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ ότι στη χώρα μας με τη ζωντανή ακόμα παράδοσή του στα χωριά. Σε πλάκες, σε ρευστή μορφή ή σε τρίμμα, με βότανα και αιθέρια έλαια, για το πλυντήριο, για πλύσιμο στο χέρι, για το σώμα, το πρόσωπο, τα μαλλιά, το άλλοτε απλό και κατά κανόνα υπόλευκο σαπουνάκι, απέκτησε ποικιλία συστατικών, χρήσεων και χρωμάτων. Επειδή, όμως, εκεί που υπάρχει ζήτηση υπάρχει και η βρωμιά της κερδοσκοπίας και της απόκρυψης στοιχείων, ας περπατήσουμε για λίγο μαζί ανάμεσα στις πλάνες και τις αλήθειες του.
Στη Βαβυλώνα ή στη Λέσβο;
Η πρώτη παρασκευή του σαπουνιού χάνεται στο μακρινό παρελθόν των βωμών και θυσιών, χωρίς σαφή στοιχεία. Κατά μία εκδοχή, η ανάμειξη του καμένου λίπους με τη στάχτη και το νερό στους χώρους των θυσιών, δημιούργησε την ρευστή ένωση που οι άνθρωποι διαπίστωσαν ότι είχε καθαριστική δύναμη. Η αρχαιότερη ως τώρα μαρτυρία, για κάποιο είδος που μοιάζει με τη σύνθεση του σαπουνιού, αναφέρεται στην Βαβυλώνα του 2.800 π.Χ.. Στον αιγυπτιακό πάπυρο του Έμπερς (1550 π.Χ.) καταγράφεται η ανάμειξη φυτικού λίπους με αλκαλικά. Μοιάζει, ωστόσο, παράταιρο να μην υπήρχε η γνώση του σαπουνιού στην Ελλάδα όπου η σχέση του ανθρώπου με την ελιά χάνεται κι αυτή στα προϊστορικά βάθη όπως και η σχέση τους με τους βωμούς για τις θυσίες. Η έλλειψη ευρημάτων δεν συνάδει με την μακραίωνη παράδοση των Ελλήνων στην παρασκευή σαπουνιού, της οποίας το νήμα δεν κόπηκε ποτέ ακόμα και τον καιρό του μεγάλου επεκτατισμού των εμπορικών προϊόντων. Στην ελαιοπαραγωγό Λέσβο, η τοπική παράδοση ισχυρίζεται ότι το σαπούνι ανακάλυψε η Σαπφώ και ότι το όνομά του προέρχεται από παράφραση του δικού της.Την πρώτη, πάντως, περιγραφή παρασκευής σαπουνιού με τη χρήση αλυσίβας για πλύση του σώματος και των ρούχων την έχουμε από τον μεγάλο Έλληνα ιατρό Γαληνό (129-199 μ.Χ). Το σαπούνι ελιάς Μασσαλίας (ή Καστίλλης) οφείλει τη φήμη του στο γεγονός ότι κατά το 2ο μισό του 15ου μ.Χ. αιώνα, τα δύο μεγάλα εργαστήρια σαπωνοποιΐας της Μασσαλίας τροφοδοτούσαν το μεγαλύτερο τμήμα της Γαλλίας.
 Η βιομηχανική άνθιση
Στην ελληνική επικράτεια συναντάμε την εμπορική σαπωνοποιία ακόμα και στη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Ωστόσο, η παραγωγική άνθηση σημειώνει μια διαδρομή από τα μέσα περίπου του 19ου έως τα μέσα του 20ου αι.
Δοκιμασμένο στα κύματα των χιλιετηρίδων, ταυτόσημο με την αρχοντιά της καθαριότητας, επέστρεψε στη ζωή μας απ’ την ωραία πύλη της νοσταλγίας, τα οικολογικά μονοπάτια και την στενωπό της κρίσης.
Το 1919 η πρωτοπόρα Λέσβος παράγει το 54% των ελληνικών εξαγωγών και διαθέτει το 50% των μεγάλων ατμοκίνητων σαπωνοποιείων. Ανάμεσα στα ονόματα της εποχής προβάλλει και αυτό του Παπουτσάνη που υπάρχει μέχρι σήμερα. Από τη Λέσβο και η καταγωγή του Παναγιώτη Αλεπουδέλη, πατέρα του Οδυσσέα Ελύτη, που ίδρυσε το 1879 εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργείο στην Κρήτη και αργότερα μεταφέρθηκε στην Αττική. Η Σαπωνοποιία Αλεπουδέλη υπάρχει και σήμερα με έδρα τον Πειραιά. Μιλάμε, βέβαια, για μια πολύ πιο έντιμη εποχή όπου τα μεγάλα ονόματα του κλάδου δεν είχαν υποκύψει στα τοξικά πρόσθετα για χάρη του όγκου, της οσμής, της εμφάνισης. Σήμερα, που το σαπούνι ελαιολάδου κατακτάει το κοινό του εξωτερικού, οι λίγοι μεγάλοι του χώρου που επιβίωσαν δέχονται ισχυρές πιέσεις από τις πολυεθνικές των απορρυπαντικών αλλά και την άρνηση των Ελλήνων καταναλωτών να εγκαταλείψουν τις τοξικές τους συνήθειες. Οι Ελληνίδες, προτιμούν ακόμα και σήμερα τα έντονα αρώματα και τα προϊόντα της των διαφημιστικών πακτωλών, σε βάρος της υγείας τους, της τσέπης τους, της φύσης.

Αλήθειες και ψέματα
Όσοι βάζουν για πρώτη φορά στην καθημερινότητά τους το σαπούνι της ελιάς, το γνωστό μας και ως πράσινο σαπούνι, ανακαλύπτουν τη διαφορά ανάμεσα στη φυσική φρεσκάδα και την βία των βιομηχανικών απορρυπαντικών. Αν αυτό δεν συμβεί, είτε έχουν λάθος σαπούνι στα χέρια τους, ή έχουν εθιστεί ανεπανόρθωτα στα χημικά της κατηγορίας. Χρειάζεται λίγη έρευνα και γνώση για να αντικαταστήσεις όλα τα βιομηχανικά καθαριστικά προϊόντα με το ελαιοσάπουνο. Αλλά ζούμε στην εποχή του διαδικτύου όπου βρίσκεις τα πάντα, και αλήθειες και ψέματα...Εφ’ όσον δεν περιέχει άλλα χημικά πρόσθετα πέραν της καυστικής σόδας, και εφ’ όσον τα λίπη που χρησιμοποιούνται είναι φυτικής και ζωικής προέλευσης καλής ποιότητας, ακόμα και το σαπούνι που παρασκευάζεται με την θερμή μέθοδο είναι πολύ πιο φιλικό από τα κάθε λογής απορρυπαντικά της βιομηχανίας. Ωστόσο, το καλύτερο σαπούνι παράγεται με την ψυχρή μέθοδο, από παρθένο λάδι ελιάς, ποτάσα (καυστική σόδα) και νερό. Το ακόμα αγνότερο χρησιμοποιεί αντί της ποτάσας αλυσίβα, αλλά η αλυσίβα είναι δύσκολη υπόθεση και μόνο για περιορισμένη οικιακή παρασκευή μπορεί να συζητηθεί. Παρ’ όλα αυτά, η καυστική σόδα με τη σωστή σαπωνοποίηση δεν αφήνει κατάλοιπα στο τελικό προϊόν, το οποίο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί άφοβα για το σώμα, τα μαλλιά, το πρόσωπο.  Επιπλέον είναι βιοδιασπώμενο και δεν επιβαρύνει το περιβάλλον. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ψυχρής μεθόδου είναι ότι η ευεργετική γλυκερίνη παραμένει στο σαπούνι, ενώ η πιθανότητα καταλοίπων σόδας εξουδετερώνεται με μέθοδο της υπερλίπανσης. Η ψυχρή μέθοδος, ωστόσο χρειάζεται μαστοριά, υπομονή και βαθιά γνώση και ως ασύμφορη δεν χρησιμοποιείται στη βιομηχανία. Η παράδοση χρησιμοποιεί και τις δύο μεθόδους, κατά κανόνα, όμως, για τη γενική οικιακή λάτρα κατέφευγαν στη θερμή μέθοδο.Τα βιομηχανικά σαπούνια, ακόμα και αυτά που προωθούνται ως πράσινα, στην πλειοψηφία τους δεν είναι αθώα. Οι κακές συνήθειες του καταναλωτικού κοινού αλλά και ο ανταγωνισμός, επιβάλλουν στις εταιρείες να τα κάνουν πιο αρωματικά, πιο γυαλιστερά, πιο αφρίζοντα και με πιο έντονο χρώμα. Λίγοι γνωρίζουν ότι το αγνό σαπούνι ελιάς δεν κάνει αφρό και ότι ο αφρός δεν καθαρίζει. Οι μικροί παραγωγοί λύνουν το πρόβλημα αυτό με την προσθήκη καρυδέλαιου, φοινικέλαιου κ.ά. Εκεί, όμως, που τα πράγματα είναι σκληρά, είναι τα άλλα είδη σαπουνιών και απορρυπαντικών όπου πρυτανεύουν επικίνδυνα χημικά, τεχνητές χρωστικές και αρώματα που λανσάρονται μάλιστα με εντυπωσιακές φόρμουλες, συχνά ως οικολογικά, με αιθέρια έλαια, αντιβακτηριακά... και οτιδήποτε μπορεί να κάνει τους αφελείς να το αγοράσουν. Στις μεγάλες βιομηχανίες δεν χρησιμοποιούνται φυτικά ή ζωικά λίπη αλλά παράγωγα πετρελαίου και συνθετικά που αν γνώριζε ο αγοραστής τη ζημιά που προκαλούν θα έμεναν αζήτητα στα ράφια. Δεν υπάρχει καλύτερο σαπούνι από το σπιτικό της ελιάς αλλά και αν ακόμα δεν μπορείτε να το φτιάξετε αναζητήστε μικρούς παραγωγούς που με μεράκι και εντιμότητα το ετοιμάζουν για μας.
Ποιό ελαιόλαδο;
Μια μεγάλη παρεξήγηση συμβαίνει με το είδος του ελαιολάδου για την παρασκευή του σαπουνιού. Πολλοί πιστεύουν ότι το έξτρα παρθένο ή το βιολογικό λάδι είναι τα μόνα αποδεκτά. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Η σαπωνοποίηση χρειάζεται τα οξέα του λαδιού. Κατά μία γνώμη, την καλύτερη δουλειά κάνει η μούργα που δεν έχει καμία βλαβερή συνέπεια. Παραδοσιακά, άλλωστε, ακόμα και για την οικιακή σαπωνοποίηση χρησιμοποιούσαν τηγανόλαδα, ακόμα και ζωικά λίπη, για να φτιάξουν το σαπούνι του σπιτιού. Η πιο διαδεδομένη μέθοδος ήταν αυτή του βρασμού (θερμή) και με την προσθήκη αλατιού εξουδετέρωναν το αλκαλικό περίσσευμα. Τα πυρηνέλαια φτιάχνουν επίσης καλό σαπούνι αρκεί να θυμόμαστε ότι αυτά τα σαπούνια είναι κατάλληλα για την γενική καθαριότητα του σπιτιού ενώ για την προσωπική υγιεινή και περιποίηση θεωρούνται μάλλον σκληρά. Αναντίρρητα, όσο πιο αγνό το λάδι, τόσο και πιο αγνό σαπούνι προκύπτει. Ας ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι το σαπούνι από ελαιόλαδο έχει λευκό (υπόλευκο), θαμπό χρώμα. Πράσινο είναι το χρώμα του όταν γίνεται από πυρηνέλαιο αλλά και τότε παραμένει θαμπό χωρίς να γυαλίζει. Οι φιλότιμοι παραγωγοί χρησιμοποιούν φυσικές ουσίες της ζαχαροπλαστικής για δώσουν χρώμα στο σαπούνι... Η βιομηχανία, όμως...
Το σαπούνι ελιάς στη ζωή μας 
Το σαπούνι της ελιάς σήμερα το βρίσκουμε ανανεωμένο και με πολλές ιδιότητες -πάντα σε μικρούς παραγωγούς και αφού ελέγξουμε προσεκτικά την επιχείρηση-. Με βότανα και αιθέρια έλαια, με διάφορα εκχυλίσματα και πληθώρα άλλων φυσικών συστατικών που προσφέρουν λύσεις σε ιδιαίτερα προβλήματα και ανάγκες. Εδώ, θα σας δώσουμε λίγες εύκολες και πρακτικές ιδέες για τις καθημερινές ανάγκες καθαριότητας που θα εξορίσουν από τη ζωή σας μια για πάντα τα τοξικά απορρυπαντικά της αγοράς.Με πράσινο σαπούνι, σόδα και ξύδι αντιμετωπίζονται οι περισσότερες ανάγκες καθαριότητας του σπιτιού. Πειραματιστείτε και σύντομα θα πετάξετε πολλά από τα πλαστικά πολύχρωμα μπουκάλια της αγοράς. Να θυμάστε ακόμα ότι το πράσινο σαπούνι αντιμετωπίζει οικολογικά πολλά παράσιτα και ασθένειες των φυτών. Ανακατέψτε 1 λίτρο νερό με 2 κουταλιές πράσινο σαπούνι ώσπου να διαλυθεί καλά. Προσθέστε 1 κουταλάκι του γλυκού οινόπνευμα και ψεκάζετε τα φυτά σας 2-3 φορές το μήνα.
Απορρυπαντικό πλυντηρίου με σαπούνι ελιάς
Θα χρειαστείτε 130 γραμμάρια τριμμένο σαπούνι ελιάς, 130 γραμμάρια σόδα πλύσης, 130 γραμμάρια βόρακα, ¼ του φλιτζανιού γλυκερίνη, 4 λίτρα νερό και 2 κατσαρόλες. Βράζετε το 1 λίτρο νερού στην μία κατσαρόλα και χαμηλώνετε τη φωτιά, ρίχνετε μέσα το τριμμένο σαπούνι και ανακατεύετε πολύ καλά ώσπου να διαλυθεί. Στην άλλη κατσαρόλα ζεσταίνεται άλλο ένα λίτρο νερό (όχι βρασμό). Ρίχνετε μέσα τον βόρακα να διαλυθεί. Με προσοχή στην απόσταση για να μην ερεθιστούν τα μάτια σας, προσθέστε τη σόδα και ανακατέψτε καλά. Σε ένα μεγαλύτερο σκεύος αδειάζετε το μείγμα σόδας-βόρακα. Προσθέστε τώρα το μείγμα του σαπουνιού, ανακατέψτε καλά και προσθέστε τη γλυκερίνη. Συμπληρώστε με τα υπόλοιπα 2 λίτρα ζεστού νερού. Αν δείτε ότι γίνεται πολύ πηχτό αραιώστε το με λίγο νερό ακόμα. Έτοιμο! Φυλάξτε το σε ένα πλαστικό δοχείο και αφήστε το 1 μέρα να ησυχάσει. Χρησιμοποιείστε περίπου 70-80ml για κάθε πλύση ανάλογα με τον όγκο των ρούχων.
 Υγρό σαπούνι ελιάς
Βάλτε σε ένα πλαστικό σκεύος μια στρώση τριμμένο αγνό σαπούνι ελιάς. Ρίξτε απιονισμένο νερό τόσο ώστε να σκεπαστεί το σαπούνι. Σκεπάστε με μια πετσέτα και αφήστε το μέχρι την άλλη μέρα. Την επομένη ανακατέψτε το. Αν είναι πολύ πηχτό προσθέστε ανάλογο νερό και αφήστε το άλλη μια μέρα. Συνεχίστε τη διαδικασία μέχρι να αποκτήσει την υφή που θέλετε και χρησιμοποιείστε το για το σώμα, τα μαλλιά, το πρόσωπο. Καλή επιτυχία, και μην ξεχνάτε ότι παράδοση θέλειτο σαπούνι να μην περνά «από χέρι σε χέρι», και να μην χαρίζεται!