Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015






Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΑΛΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ. Η ΠΑΝΑΓΙΑ." Μπροστά πήγαινε άγγελος Κυρίου, πάλλευκος, κατάξανθος, με τη μορφή μικρού παιδιού. Ή ασκήτρια με γοργό βήμα περπατούσε πίσω του, τον άκολουθούσε."





Μια χειμωνιάτικη νύχτα, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας της, εμφανίζεται, εν σώματι, μέσα σε υπέρλαμπρο φώς ή Παναγία.
Της είπε αποφασιστικά:




-Άκουσε με, προσεκτικά, Μαρία μου. Ή θέση σου δεν είναι πια εδώ στην καλύβα τού δάσους. Να έρθεις αμέσως στο σπίτι μου. Να πάρεις τά απολύτως απαραίτητα και να πας να ζήσεις ατό ερειπωμένο μοναστήρι μου, κοντά στη χαράδρα τού ψηλού βουνού. Βρίσκεται στα ανατολικά τού χωριού, δέκα χιλιόμετρα από την καλύβα σου, κοντά στην κορυφή τού βουνού. Το δρόμο θα στον δείξει άγγελος πού θα προπορεύεται. Θα προσέχεις το σπίτι μου και θα ανάβεις τά καντήλια της εκκλησίας της μονής.




Έπεσε στα γόνατα ή ασκήτρια...
-Εύλόγησον, Δέσποινα, αρχόντισσα της καρδιάς μου... Ευλογημένο να είναι, είπε με ταπείνωση πυρπολημένη από την Αγάπη της στην Παναγία.
Άμεσα υπάκουσε στο πρόσταγμα της Θεοτόκου, προετοιμάστηκε, πήρε το πρωί την ευλογία τού πνευματικού της, τού π. Παναγιώτη, και ξεκίνησε να πάει στο μοναστήρι της Παναγιάς. Ήταν χαρούμενη και χαμογελαστή.




Ήταν Γεναρης, το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, το κρύο τσουχτερό τσάκιζε κόκκαλα και έκοβε την ανάσα της. Ή Μαρία, όμως, ένιωθε ζέστη και όλα γύρω της της φαίνονταν παραδεισένια!




Μπροστά πήγαινε άγγελος Κυρίου, πάλλευκος, κατάξανθος, με τη μορφή μικρού παιδιού. Ή ασκήτρια με γοργό βήμα περπατούσε πίσω του, τον άκολουθούσε.
Μονολογούσε: 




-Κανείς ποτέ άνθρωπος δεν αγαπήθηκε όσο εσύ Παναγιά μου. Μεγάλη ή Χάρη σου... Μεγάλη τιμή μου έκανες μια με προσκαλέσεις, ή ίδια, στο σπίτι σου.


Όλα τά κελιά τού ερειπωμένου μοναστηριού ήταν άδεια. Πήρε την απόφαση να μείνει στο πιο ταπεινό κελλάκι, πού ήταν σχεδόν γκρεμισμένο.
Γονατιστή όλη τη νύχτα, καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στον υγρό τοίχο. Χωρίς τζάμια, τά παράθυρα τού κελιού επέτρεπαν στον παγωμένο βοριά να εισδύει μέσα στο χώρο της. Ό παγωμένος αέρας κρυστάλλινος κρύσταλλο γινόταν και το νερό. Παντού απάτητο και άλιωτο χιόνι. Συχνά το χειμώνα ή θερμοκρασία κατέβαινε στους 18 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Όταν το κρύο ήταν αφόρητο, πήγαινε στο μεγάλο τζάκι, κοντά στην κουζίνα της έρημης μονής, και κούρνιαζε σαν πουλάκι στ ή φωλιά του.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΒΙΤΑΛΗΣ Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΑΛΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ